Δευτέρα, 5 Ιουλίου 2010

Ο καθρέφτης

Ο γέρος με τη γριά του μένανε πάνω στους λόφους, μακριά απ τον πολιτισμό και σε
ημιάγρια κατάσταση. Σπάνια βλέπανε άλλους ανθρώπους. Μια μέρα ένα πλανόδιος πωλητής
πέρασε από κει και ρώτησε το γέρο αν θέλανε να αγοράσουνε τίποτα.
- Η γριά μου δεν είναι σπίτι, λέει αυτός. Έχει πάει κάτω στο ποτάμι, να πλύνει. Αλλά
για δείξε μου τι έχεις.
Ο πλανόδιος του έδειξε κατσαρόλες και τηγάνια, εργαλεία και συσκευές διάφορες, αλλά ο
γέρος δεν έδειχνε ενδιαφέρον. Όταν όμως πρόσεξε έναν καθρέφτη,...
- Τι είναι αυτό; ρώτησε


Πριν ο πωλητής προλάβει να του εξηγήσει ότι ήταν καθρέφτης, ο γέρος το άρπαξε και το
κοίταζε.
- Θεέ μου! αναφώνησε. Πού στην ευχή βρήκες τη φωτογραφία του πατερούλη μου;
Ο γέρος ήταν τόσο ενθουσιασμένος, που ήθελε να αγοράσει τον καθρέφτη αμέσως, αλλά, μη
έχοντας λεφτά, έδωσε στον πλανόδιο το καλύτερο σταμνί, που είχε φτιάξει η γυναίκα
του. Ο πωλητής το πήρε και ξεκίνησε να φύγει αμέσως, πριν επιστρέψει η γυναίκα και
χαλάσει η ανταλλαγή.
Ο γέρος φοβότανε ότι η γριά του θα θύμωνε πολύ, που είχε ανταλλάξει το καλύτερο
σταμνί της με τον καθρέφτη και γι αυτό τον έκρυψε στο στάβλο, πίσω από κάτι άχρηστα
κιβώτια.
Πήγαινε 2-3 φορές την ημέρα στο στάβλο, να δει τη «φωτογραφία» του πατερούλη του και
τελικά της γυναίκας του της μπήκανε ψύλλοι στ αυτιά.
Αγανακτισμένη μια μέρα απ τα πήγαιν - έλα του γέρου της στο στάβλο, περίμενε να
κοιμηθεί και μόλις έπιασε το ροχαλητό ο γέρος, γραμμή η γριά για το στάβλο. Βρήκε
κάποια φορά και τον καθρέφτη και έβαλε τις φωνές:
- Α, ώστε αυτή είναι η παστρικιά, που τσιλημπουρδίζει μαζί της!

Δεν υπάρχουν σχόλια:

Δημοσίευση σχολίου